Η Γέννηση του Αδάμ

Η Γέννηση του Αδάμ
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ α΄γυμνασιου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ α΄γυμνασιου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 4 Απριλίου 2016

ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΑ ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΑΤΑ ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ

         ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΑ ΟΔΥΣΣΕΙΑΣ
   (Ενότητα: 3η, ραψωδία α)

Α. ΚΕΙΜΕΝΟ (ραψ. α, στιχ.: 133-170)
       Το όραμα αυτό ανέβαινε στο νου του, πλάι στους μνηστήρες-
       κι είδε την Αθηνά. Ευθύς προς την αυλόθυρα έτρεξε, γιατί
135 τον έπιασε η ντροπή, να στέκει τόσην ώρα στην πόρτα του ένας ξένος.
       Κοντά της στάθηκε, της έσφιξε το χέρι το δεξί, με τ’ άλλο
       πήρε το χάλκινο κοντάρι της, ύστερα την προσφώνησε μιλώντας,
       και πέταξαν τα λόγια του σαν τα πουλιά:
          «Ξένε μου, καλωσόρισες, έλα να σε φιλέψουμε κι αφού το δείπνο μας
140 χορτάσεις, τότε μας λες τον λόγο της επίσκεψής σου.»
       Είπε και τράβηξε μπροστά. Η Αθηνά Παλλάδα, λάμποντας τα μάτια,
       ακολουθούσε, κι οι δυο τους μπήκαν στο μεγάλο δώμα.
       Το δόρυ της μετέφερε, για να το στήσει σε ψηλή κολόνα,
       το ‘βαλε μέσα στην καλοξυσμένη θήκη, όπου και τα’ άλλα δόρατα
145 περίμεναν, άνεργα και πολλά, του καρτερόψυχου Οδυσσέα.
       Ύστερα την οδήγησε σε θρόνο να καθίσει, λειτουργημένο κι όμορφο,
       πάνω του απλώνοντας ύφασμα μαλακό, και στήριγμα στα πόδια της
       έσυρε το σκαμνί {…}
       Τότε μια παρακόρη έφερε νερό, με τ’ όμορφο χρυσό λαγήνι,
155 τα χέρια τους να πλύνουν, κι έχυνε το νερό από ψηλά
       σ’ ένα αργυρό λεβέτι. Μετά τους έσυρε μπροστά γυαλιστερό τραπέζι,
       ενώ η σεβαστή κελάρισσα είχε την έγνοια να τους φέρει ψωμί
       κι άφθονο φαγητό, ό,τι καλό τους βρέθηκε, να τους ευχαριστήσει.
       Στα χέρια του σηκώνοντας ο τραπεζάρχης δίσκους με κρέατα
160 κάθε λογής, τους τα παρέθεσε, στο πλάι ακούμπησε κούπες χρυσές,
       και κάθε τόσο ο κήρυκας περνούσε, γεμίζοντας κρασί τα κύπελλά τους.
          Σε λίγο αγέρωχοι οι μνηστήρες μπήκαν κι αυτοί στην αίθουσα,
       πήραν με τη σειρά τους θέση σε θρόνους κι αναπαυτικά καθίσματα.
       Τότε τους έχυναν νερό στα χέρια τους οι κήρυκες,
165 δούλες γεμίζαν με ψωμί πλεχτά πανέρια,
       έφηβοι τους κρατήρες με πιοτό ξεχείλιζαν,
       κι αυτοί τα χέρια τους απλώνουν στο έτοιμο τραπέζι.
       Και μόνο όταν κόρεσαν τον πόθο τους με το φαΐ και το πιοτό,
       τραβούσε άλλα πια η ψυχή τους: τραγούδι, μουσική, χορό-
170 συμπλήρωμα απαραίτητο σ’ ένα καλό τραπέζι.      
  
Β. ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ
1) Να αναλύσετε το τυπικό της φιλοξενίας, όπως παρουσιάζεται στο κείμενο. (μον. 5)
2) α) Να γράψετε έναν τίτλο για το απόσπασμα (μον. 1,5)
    β) «Ο τρόπος που παρουσιάζει ο ποιητής τους μνηστήρες στους στίχους 162-170 θεωρείται προοικονομία». Συμφωνείτε με την παραπάνω άποψη; Να δικαιολογήσετε την άποψή σας (μον. 2,5)
3) α) Ο Όμηρος χρησιμοποιεί ως αφηγηματικές τεχνικές άλλοτε την τριτοπρόσωπη και άλλοτε την πρωτοπρόσωπη/διαλογική αφήγηση με επικρατέστερη τη δεύτερη. Αυτό ισχύει στο συγκεκριμένο απόσπασμα; Να δώσετε δύο σχετικά παραδείγματα από το κείμενο. (μον. 2)
     β)  Να εντοπίσετε δύο εικόνες (μον. 2)
4) α) Να ηθογραφήσετε τον Τηλέμαχο από τη στάση του έναντι της θεάς Αθηνάς-Μέντη, αλλά και τους μνηστήρες από την παρουσία και τη στάση τους στο παλάτι του Οδυσσέα (μον. 5)
     β)  Να καταγράψετε δύο πολιτιστικά στοιχεία (μον.2)
                                      

   ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΑ ΟΔΥΣΣΕΙΑΣ Α ΓΥΜΝΑΣΙΟΥ
Ραψ ε στιχ 453-496 (ενοτ 10η)
ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ
1)      Στους στίχους 458-470 ο Οδυσσέας αντιμετωπίζει ένα δίλημμα στην προσπάθειά του να βγει στη στεριά. Ποιο είναι αυτό; Με βάση και τον προβληματισμό του αυτό να χαρακτηρίσετε τον Οδυσσέα. (μον.5)
2)      Στους στίχους 474-495 η θεά Αθηνά παρεμβαίνει δύο φορές βοηθώντας τον Οδυσσέα. Να τις εντοπίσετε στο απόσπασμα και να σχολιάσετε το ρόλο των θεών γενικότερα στη ζωή των ανθρώπων την εποχή του Ομήρου. (μον.5)
3)      Να γράψετε σε μία παράγραφο την περίληψη του κειμένου (μον.5)
4)      Α. Να δώσετε έναν τίτλο στο απόσπασμα (μον.2)
Β. Να εντοπίσετε δύο εικόνες στο απόσπασμα και να τις σχολιάσετε (μον.3)

ΚΕΙΜΕΝΟ
«Τώρα τι γίνεται. Αφού ο Δίας ανέλπιστα μου δίνει
να δω στεριά, και μπόρεσα να φθάσω εδώ, μέσα από τόσα κύματα,
δε βλέπω μέρος πουθενά να καταφύγω, που να με βγάλει                                    455
από την αφρισμένη θάλασσα.
Έξω μονάχα βράχοι μυτεροί και γύρω τους
βρυχάται το κύμα πολυτάραχο.{…}
κι είναι από κάτω το νερό βαθύ, δεν γίνεται να στηριχτείς                                     460
στα πόδια και να σταθείς για να ξεφύγεις το κακό.
Αν πάω να βγω, φοβάμαι μήπως και μ’ αναρπάξει το μεγάλο κύμα
και με συντρίψει πάνω σε γρανιτένιο βράχο-
τότε κι η ορμή μου πάει χαμένη.
Αν πάλι πω πως κολυμπώ ένα γύρο, μήπως και βρω κάπως                                   465
απάνεμο ακρογιάλι ή και λιμάνι αυτής της θάλασσας, τρέμω
μην και με παρασύρει η αντάρα πάλι στο ψαροτρόφο πέλαγο{…}.
Ή κι ένας δαίμονας από τα βάθη της θαλάσσης στείλει                                          469
να με σπαράξει κάποιο κήτος {…}                                                                           470
Καλά τον ξέρω το θυμό του Κοσμοσείστη, το μένος του εναντίον μου{…}.»        472
   Κι όπως ακόμη μες στα φρένα και τον νου του ανακινούσε τέτοιες σκέψεις,     474
μεγάλο κύμα τον παρέσυρε, τον έριξε στα βράχια της ακτής.                                 475
Τότε τις σάρκες του θα ξέσκιζε , τα κόκαλά του θα συντρίβονταν,
Αν η θεά Αθηνά, τα μάτια λάμποντας, δεν έδινε τη φώτισή της.
Μαζεύοντας τη δύναμή του, και με τα δυο του χέρια
πιάστηκε απ’ το βράχο, κι εκεί κρατήθηκε στενάζοντας
ώσπου το κύμα πέρασε.                                                                                             480
Κι αν γλίτωσε έτσι, όμως το κύμα, πίσω γυρίζοντας ορμητικό,
τον έπληξε και τον επέταξε μακριά, ξανά τον πήγε στα βαθιά.{…}
Θα ‘ταν κι αυτό απρόβλεπτος χαμός του δύστυχου Οδυσσέα,                                487
αν πάλι η Αθηνά, τα μάτια λάμποντας, δεν έδινε τη φώτισή της.
Κατόρθωσε ν’ αναδυθεί απ’ το κύμα που έσπαζε στη στεριά,
έστριψε προς τα έξω και λοξά κολύμπησε, κοιτάζοντας                                            490
μη χάσει τη στεριά απ’ τα μάτια του, μήπως και βρει
κάπως απάνεμο ακρογιάλι ή και λιμάνι αυτής της θάλασσας.
Και τότε κολυμπώντας φτάνει στο στόμα ποταμού καλλίρροου-
αυτός ο χάρος έκρινε πως ήταν ο καλύτερος,
αφού του έλειπαν οι βράχοι, κι ο άνεμος δεν τον χτυπούσε. Βλέποντας                   495
μπρος του τα νερά του ποταμού να ρέουν, έκανε ολόψυχην ευχή…                       



 



ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΑ ΟΔΥΣΣΕΙΑΣ Α΄ ΓΥΜΝΑΣΙΟΥ
ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΕΙΑ: Ραψωδία ε΄ (7η ενότητα) στιχ. 25-59
25      Όμως κι ο Δίας, που τα σύννεφα συνάζει, στην Αθηνά αποκρίθηκε:
      «Κόρη, τι λόγος βγήκε από το στόμα σου ανεμπόδιστος!
      Εσύ δεν ήσουν που αποφάσισες εκείνη τη βουλή,
      πίσω ο Οδυσσέας γυρίζοντας να πάρει εκδίκηση από τους μνηστήρες;
      ‘Οσο για τον Τηλέμαχο, στο χέρι σου είναι, εσύ τον οδηγείς,
30  καταπώς ξέρεις και μπορείς,
      ώστε με δίχως βλάβη να πατήσει της πατρίδας του το χώμα,
      ενώ οι μνηστήρες άπρακτοι να φέρουν στο λιμάνι το καράβι τους.»
           Κι ευθύς στο γιο του Ερμή στράφηκε να του πει:
      «Ερμή, μαντατοφόρε εσύ σ’ όλα μας τα μηνύματα,
35  σου παραγγέλλεται να πεις στην καλλίκομη νύμφη την άψογη εντολή μας:
      Τον νόστο του καρτερικού Οδυσσέα, πως πρέπει να γυρίσει πίσω,
      χωρίς τη συνοδεία θεών ή και θνητών ανθρώπων.
      Πάνω σε μια ξυλόδετη σχεδία, είκοσι μέρες και φριχτά βασανισμένος,
      στην εύφορη Σχερία ας φτάσει, τη χώρα των Φαιάκων,
40  που είναι η φύτρα τους συγγενική με των θεών.
      Κι αυτοί από καρδιάς θα τον τιμήσουν σαν θεό,
      και με καράβι θα τον στείλουν στη γλυκιά πατρίδα {…}.
47  Είναι της μοίρας του να ξαναδεί δικούς και φίλους,
      να φτάσει στο ψηλό παλάτι του, το χώμα
      να πατήσει της πατρίδος του.»
50  Μίλησε ο Δίας και δεν απείθησε ο Ερμής, ψυχοπομπός κι αργοφονιάς.
      Αμέσως έδεσε στα πόδια του τα ωραία σαντάλια,
      εκείνα τα θεσπέσια και χρυσά που ανάλαφρα, με τις πνοές του ανέμου,
      τον ταξιδεύουν στην απέραντη στεριά και στα πελάγη.
      Πήρε και το ραβδί του, αυτό που μαγνητίζει τα μάτια των ανθρώπων{…}.
57  Με τούτο το ραβδί στα χέρια του, άρχισε να πετά ο κρατερός Αργοφονιάς,
      κι ολοταχώς, απ’ τον αιθέρα του ουρανού, πάνω απ’ την Πιερία,
      χύθηκε στο πέλαγος, το κύμα ακροπατώντας σαν το γλάρο 
        ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ   
1) Τι γνωρίζετε για τους ραψωδούς;  (μον.4)
2) Να γράψετε την περίληψη του αποσπάσματος σε μια παράγραφο 50-70 λέξεων (μον. 4)
3) α) Να χωρίσετε το απόσπασμα σε τρεις (3) μικρές ενότητες και να γράψετε έναν πλαγιότιτλο για κάθε μία ενότητα (μον.3)
      β) Να γράψετε δύο επίθετα από το κείμενο που αναφέρονται στον Ερμή, όπως επίσης να βρείτε τρεις μεταφορές και μία παρομοίωση (μον. 3)
4)  α) Ο Δίας με τα λόγια του προδιαγράφει το τέλος των βασάνων του Οδυσσέα και την επιστροφή του στην πατρίδα. Με βάση τα όσα γνωρίζετε θα επαληθευτεί ο Δίας; Τι ρόλο έπαιζαν, γενικά, οι θεοί στη ζωή των ανθρώπων; (μον. 4)
       β) Τι παίρνει μαζί του ο Ερμής για το ταξίδι του (στιχ.50-59) και σε τι του χρησίμευαν; (μον. 2)




ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΑ  ΟΔΥΣΣΕΙΑΣ Α΄ ΓΥΜΝΑΣΙΟΥ

 ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΕΙΑ: (Ενότητα 5η, Ραψωδία α, στιχ. 384-419)
        Της αντιμίλησε όμως ο γνωστικός Τηλέμαχος:
385 «Μητέρα μου, πώς θέλεις ν’ αρνηθείς στον τιμημένο μας αοιδό
        χαρά να δίνει μ’ ό,τι βάζει ο νους του; Φταίχτες δεν είναι
        οι αοιδοί. Ο Δίας ίσως είναι ο αίτιος, που δίνει στους φιλόπονους
        ανθρώπους ό,τι θελήσει εκείνος στον καθένα.
        Δεν πρέπει η αγανάκτηση σ’ αυτόν να πέφτει,
390 που ψάλλει την κακή μοίρα των Δαναών. Ξέρεις,
       οι άνθρωποι τιμούν και προτιμούν εκείνο το τραγούδι
       που τους φαντάζει, ακούγοντας, το τελευταίο.
       Θάρρος λοιπόν χρειάζεσαι και σφίξε την καρδιά σου να τα’ ακούσεις.
       Δεν ήταν μόνος ο Οδυσσέας που χωρίστηκε στην Τροία
395 από του νόστου του τη μέρα. Κι άλλοι πολλοί, γενναίοι άντρες,
        χάθηκαν και πάνε.
        Αλλά καλύτερα να πας στην κάμαρή σου, με τα δικά σου έργα απασχολήσου,
        τον αργαλειό, τη ρόκα. Δίνε στις παρακόρες εντολές, για να δουλεύουν
        με φροντίδα. Ο λόγος είναι μέλημα του αντρός, του καθενός,
400 και περισσότερο δικό μου. Σ’ αυτό το σπίτι είμαι εγώ ο κυβερνήτης.»
           Κατάπληκτη η Πηνελόπη τότε τραβήχτηκε στην κάμαρή της,
        κρατώντας μέσα της τη συμβουλή του γιου της.
        Κι όταν ανέβηκε ψηλά στον θάλαμο, με τις ακόλουθες μαζί,
        έστησε θρήνο για τον Οδυσσέα, το ακριβό της ταίρι, ωσότου η Αθηνά,
405 τα μάτια λάμποντας, κλείνει τα βλέφαρά της,
        σταλάζοντας ύπνο γλυκό.
        Την ίδια ώρα οι μνηστήρες, στον ίσκιο της μεγάλης αίθουσας,
        σήκωσαν ταραχή: όλοι τους κι ολοφάνερα κάνουν ευχή, μαζί της θέλουν
        να πλαγιάσουν στο κρεβάτι.
410 Τότε λοιπόν τον λόγο πήρε πρώτος ο συνετός Τηλέμαχος:
        «Μνηστήρες της μητέρας μου, που σας κατέχει υπεροψία και μέθη,
        προς το παρόν, στου δείπνου την απόλαυση ας δοθούμε, αλλά χωρίς
        φωνές. Αλήθεια βρίσκω τόσο ωραίο να ακούει κανείς τον αοιδό μας,
        τέτοιος που είναι, θα ‘λεγες η φωνή του μοιάζει με θεού.
415 Με το ξημέρωμα όμως καλώ τους πάντες να βρεθούμε
        Στην αγορά για τη συνέλευση, όπου σκοπεύω να σας πω την απαγόρευσή μου
        απερίφραστα: έξω από το παλάτι πια. Αλλού να ψάξετε
        έτοιμα τραπέζια. Και στο εξής να σπαταλάτε  δικά σας αγαθά,
        τα σπίτια μεταξύ σας συναλλάζοντας.   
     ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ   
1) Τι γνωρίζετε για τους αοιδούς;  (μον.4)
2) α. Να αποδώσετε σε μια παράγραφο 50-70 λέξεων το νοηματικό περιεχόμενο των στίχων 384-406 (μον. 3)
      β.   Να δώσετε έναν τίτλο στο απόσπασμα (μον. 1)
3)α. Να περιγράψετε τα συναισθήματα της Πηνελόπης για τον Οδυσσέα και τον τρόπο με τον οποίο τα εκδηλώνει στους στίχους 403-406.(μον. 2)
    β.  Στους ίδιους στίχους (403-406) να εντοπίσετε δύο μεταφορές.(μον. 2)
    γ. Να εντοπίσετε δύο πολιτιστικά-ιδεολογικά στοιχεία από όλο το απόσπασμα (384-419) (μον.2)
4) α. Στους στίχους 385-390 και 403-406 γίνεται αναφορά στους θεούς. Με βάση τους στίχους αυτούς αλλά και όσα γνωρίζετε τι πίστευαν οι αρχαίοι Έλληνες για το ρόλο των θεών γενικά, αλλά και ειδικά στους στίχους αυτούς; (μον. 3)
     β.  Στους στίχους 385-400 και 411-419 ο Τηλέμαχος απευθύνεται πρώτα στη μητέρα του και έπειτα στους μνηστήρες. Πώς θα χαρακτηρίζατε τον Τηλέμαχο από τα λόγια του και γιατί; (μον.3)


ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΑ ΟΔΥΣΣΕΙΑΣ Α΄ ΓΥΜΝΑΣΙΟΥ
Α. ΚΕΙΜΕΝΟ
ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΕΙΑ: (Ενότητα 5η, Ραψωδία α, στιχ. 384-419)
        Της αντιμίλησε όμως ο γνωστικός Τηλέμαχος:
385 «Μητέρα μου, πώς θέλεις ν’ αρνηθείς στον τιμημένο μας αοιδό
        χαρά να δίνει μ’ ό,τι βάζει ο νους του; Φταίχτες δεν είναι
        οι αοιδοί. Ο Δίας ίσως είναι ο αίτιος, που δίνει στους φιλόπονους
        ανθρώπους ό,τι θελήσει εκείνος στον καθένα.
        Δεν πρέπει η αγανάκτηση σ’ αυτόν να πέφτει,
390 που ψάλλει την κακή μοίρα των Δαναών[…….]
       Θάρρος λοιπόν χρειάζεσαι και σφίξε την καρδιά σου να τα’ ακούσεις.
       Δεν ήταν μόνος ο Οδυσσέας που χωρίστηκε στην Τροία
395 από του νόστου του τη μέρα. Κι άλλοι πολλοί, γενναίοι άντρες,
        χάθηκαν και πάνε.
        Αλλά καλύτερα να πας στην κάμαρή σου, με τα δικά σου έργα απασχολήσου,
        τον αργαλειό, τη ρόκα. Δίνε στις παρακόρες εντολές, για να δουλεύουν
        με φροντίδα. Ο λόγος είναι μέλημα του αντρός, του καθενός,
400 και περισσότερο δικό μου. Σ’ αυτό το σπίτι είμαι εγώ ο κυβερνήτης.»
           Κατάπληκτη η Πηνελόπη τότε τραβήχτηκε στην κάμαρή της,
        κρατώντας μέσα της τη συμβουλή του γιου της.
        Κι όταν ανέβηκε ψηλά στον θάλαμο, με τις ακόλουθες μαζί,
        έστησε θρήνο για τον Οδυσσέα, το ακριβό της ταίρι, ωσότου η Αθηνά,
405 τα μάτια λάμποντας, κλείνει τα βλέφαρά της,
        σταλάζοντας ύπνο γλυκό.
        Την ίδια ώρα οι μνηστήρες, στον ίσκιο της μεγάλης αίθουσας,
        σήκωσαν ταραχή[……]
410 Τότε λοιπόν τον λόγο πήρε πρώτος ο συνετός Τηλέμαχος:
        «Μνηστήρες της μητέρας μου, που σας κατέχει υπεροψία και μέθη,
        προς το παρόν, στου δείπνου την απόλαυση ας δοθούμε, αλλά χωρίς
        φωνές. Αλήθεια βρίσκω τόσο ωραίο να ακούει κανείς τον αοιδό μας,
        τέτοιος που είναι, θα ‘λεγες η φωνή του μοιάζει με θεού.
415 Με το ξημέρωμα όμως καλώ τους πάντες να βρεθούμε
        Στην αγορά για τη συνέλευση, όπου σκοπεύω να σας πω την απαγόρευσή μου
        απερίφραστα: έξω από το παλάτι πια. Αλλού να ψάξετε
        έτοιμα τραπέζια. Και στο εξής να σπαταλάτε  δικά σας αγαθά,
        τα σπίτια μεταξύ σας συναλλάζοντας.   
Β.    ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ   
1) Τι γνωρίζετε για τους αοιδούς;  (μον.4)
2) α. Να αποδώσετε σε μια παράγραφο 50-70 λέξεων το νοηματικό περιεχόμενο των στίχων 384-406 (μον.3)                                                                                                    
  β. Να δώσετε έναν τίτλο στο απόσπασμα (μον. 1)
3)α. Να περιγράψετε τα συναισθήματα της Πηνελόπης για τον Οδυσσέα και τον τρόπο με τον οποίο τα εκδηλώνει στους στίχους 403-406.(μον. 2)                                 
 β.  Στους ίδιους στίχους (403-406) να εντοπίσετε δύο μεταφορές.(μον. 2)                        
 γ. Να εντοπίσετε δύο πολιτιστικά-ιδεολογικά στοιχεία από όλο το απόσπασμα (384-419) (μον.2)
4) α. Στους στίχους 385-390 και 403-406 γίνεται αναφορά στους θεούς. Με βάση τους στίχους αυτούς αλλά και όσα γνωρίζετε τι πίστευαν οι αρχαίοι Έλληνες για το ρόλο των θεών γενικά, αλλά και ειδικά στους στίχους αυτούς; (μον. 3)                        
 β.  Στους στίχους 385-400 και 411-419 ο Τηλέμαχος απευθύνεται πρώτα στη μητέρα του και έπειτα στους μνηστήρες. Πώς θα χαρακτηρίζατε τον Τηλέμαχο από τα λόγια του και γιατί; (μον.3)                                                
     

ΕΠΑΝΑΛΗΨΗ ΣΤΗΝ ΟΔΥΣΣΕΙΑ(ΠΑΣΧΑ)



Επανάληψη στην Οδύσσεια

ΟΝΟΜΑ: _____________________________  
                προβολή λεπτομερειών
Ραψωδία ε (στ. 165 – 248)
Mίλησε κι αναχώρησε ο κρατερός Αργοφονιάς. Kι εκείνη, σεβαστή νεράιδα,
πήγε να βρει τον μεγαλόψυχο Oδυσσέα, στην προσταγή του Δία υπάκουη.
Tον βρήκε εκεί να κάθεται στο περιγιάλι, ούτε στιγμή δεν στέγνωναν
τα μάτια του απ’ το κλάμα, έλιωνε η γλυκιά ζωή του
απ’ τον καημό του γυρισμού, κι οδύρονταν,
αφού καμιά χαρά δεν του έδινε τώρα η νεράιδα.
Tις νύχτες αν κοιμότανε μαζί της στο βάθος της σπηλιάς,
το ’κανε απ’ ανάγκη· το ’θελε εκείνη, εκείνος όχι.
Tις μέρες όμως τις περνούσε κρεμασμένος σε βράχια κι ακρωτήρια,
τα σωθικά του τρώγοντας με δάκρυα, στεναγμούς και λύπες,
με μάτια βουρκωμένα, στυλωμένα πάντα στο άκαρπο πέλαγος.
Kοντά του στάθηκε αρχοντική η θεά και τον προσφώνησε:
«Δύσμοιρε, δεν έχεις λόγο πια να οδύρεσαι, να χαραμίζεις
τη ζωή σου με το κλάμα. Tο πήρα απόφαση, θα σε κατευοδώσω.
Eμπρός λοιπόν, πελέκησε μακριά μαδέρια, συνάρμοσέ τα
με καρφιά και φτιάξε μια σχεδία3 πλατιά· στήριξε πάνω της
ψηλά δοκάρια, να σε ταξιδέψει στο γαλάζιο πέλαγος.
Eγώ σου δίνω ψωμί, νερό και κόκκινο κρασί, να ’χεις να ζεις,
να μην πεθάνεις απ’ την πείνα.
Kι ακόμη ρούχα θα σε ντύσω και πίσω σου θα στείλω ούριο άνεμο,
ώστε να φτάσεις στην πατρίδα σου χωρίς μεγάλη βλάβη,
αν βέβαια το θελήσουν και οι ουράνιοι θεοί,
όσοι με ξεπερνούν στη γνώση και στην πράξη.»
Pίγησε που την άκουσε πολύπαθος και θείος,
ύστερα μίλησε ο Oδυσσεύς, και πέταξαν τα λόγια του σαν τα πουλιά:
«Tο βλέπω· άλλο, θεά, έχεις στον νου σου, όχι τον γυρισμό μου·
που με παρακινείς με μια σχεδία να περάσω
το μέγα κύμα της θαλάσσης, τόσο αποτρόπαιο και φοβερό, που μήτε
ισόρροπα και γρήγορα καράβια να το περάσουν δεν μπορούν,
κι ας έχουν πίσω τους πρίμο το αγέρι του Διός.
Σ’ το λέω, εγώ δεν πρόκειται ν’ ανέβω σε σχεδία,
αν πράγματι εσύ δεν το ’χεις αποφασισμένο.
Eκτός κι αν δέχεσαι τον μέγα όρκο να προφέρεις,
πως άλλο πια κακό δεν σκέφτεσαι για μένα.»
Όπως τον άκουσε η Kαλυψώ, αρχοντική θεά, του χαμογέλασε,
το χέρι της απλώνει και τον χάιδεψε, μετά μιλώντας είπε:
«Ω, παραείσαι πονηρός κι όχι μονάχα ξύπνιος,
που τόλμησες να ξεστομίσεις τέτοιο λόγο. Λοιπόν, ορκίζομαι
σ’ αυτή τη γη και στον απέραντο ουρανό που μας σκεπάζει,
στο κατακόρυφο νερό της Στύγας4[...]:
αληθινά δεν σκέφτομαι κακό για σένα· όσα στον νου μου έχω και στοχάζομαι,
θα τα σκεφτόμουν και για μένα, αν τύχαινε την ίδια να με βρει
παρόμοια ανάγκη. Σ’ το βεβαιώνω:
είναι καλόγνωμος ο νους μου, δεν κρύβω μες στα στήθη
καρδιά από σίδερο, σπλαχνίζομαι κι εγώ.»
Έτσι του μίλησε η αρχοντική θεά, και πήρε
να βαδίζει με γοργό ρυθμό. Eκείνος πήγαινε στα χνάρια της,
ωσότου σίμωσαν στο βάθος της σπηλιάς – ένας θνητός και μια θεά.
Kάθισε αυτός στο ίδιο κάθισμα από όπου λίγο πριν ανασηκώθηκε ο Eρμής,
και τότε η νεράιδα τού παρέθεσε τραπέζι·
να φάει, να πιει, καθώς που τρων και πίνουν οι βροτοί. Aντίκρυ του,
στον θείο Oδυσσέα πήρε τη θέση της κι η ίδια,
οι δούλες τής προσφέρουν νέκταρ κι αμβροσία,
κι οι δυο τους άπλωσαν τα χέρια τους στο έτοιμο δείπνο.
Kι όταν ευφράνθηκαν με το φαΐ, με το πιοτό,
τον λόγο πήρε η Kαλυψώ, αρχοντική θεά, του είπε:
«Λαερτιάδη διογέννητε, πολύτροπε Oδυσσέα,
τόσο πολύ πεθύμησες το σπίτι σου;
τώρα αμέσως θέλεις να γυρίσεις στην πατρίδα;
Πήγαινε στο καλό λοιπόν.
Kι όμως αν ήξερες ποια πάθη γράφει η μοίρα σου να κακοπάθεις,
προτού πατήσεις χώμα πατρικό,
εδώ μαζί μου θα ’μενες, φύλακας νοικοκύρης της σπηλιάς.
Θα ’σουν κι αθάνατος, μόλο που σε φλογίζει ο πόθος της γυναίκας σου,
σε τυραννά ο καημός για να την ξαναδείς, μέρα και νύχτα.
Kι όμως δεν θα ’λεγα πως είμαι κατώτερή της,
μήτε στην όψη μήτε και στο ανάστημα.
Έτσι κι αλλιώς, καθόλου δεν τους πρέπει, θνητές
να ανταγωνίζονται θεές στης ομορφιάς τη χάρη.»
Aνταποκρίθηκε μιλώντας ο Oδυσσέας πολύγνωμος:
«Ω σεβαστή θεά, παρακαλώ σε μην πικραίνεσαι μαζί μου·
το είδα και καλά το ξέρω, η Πηνελόπη
αντίκρυ σου, όσο κι αν δεν της λείπει η φρόνηση,
σου υπολείπεται5 και στη μορφή και στο παράστημα.
Eίναι θνητή, κι εσύ ’σαι αθάνατη, στον χρόνο αγέραστη.
Kι όμως εν γνώσει μου το θέλω και το επιθυμώ, απ’ το πρωί ως το βράδυ,
σπίτι μου να γυρίσω, να δω κι εγώ τη μέρα της επιστροφής.
Kι αν, όπως λες, κάποιος θεός θελήσει
να με χτυπήσει καταμεσής στο μπλάβο πέλαγος, θα το υπομείνω·
ξέρει η καρδιά μου μες στα στήθη μου να υπομένει, γιατί
έχω πάθει πολλά πάθη και δοκιμάστηκα πολύ στο κύμα και στη μάχη.
Λοιπόν, μαζί με τ’ άλλα, ας πάει κι αυτό.»

1) Μέσα από τους στίχους της ραψωδίας ε να χαρακτηρίσετε τον Οδυσσέα και την Καλυψώ.
[Χαρακτηριστικά Οδυσσέα: δυστυχισμένος, άσχημη ψυχολογική κατάσταση, δύσπιστος, διπλωμάτης, πιστός στον στόχο του  Καλυψω: αγάπη για τον Οδυσσέα, ερωτευμένη (ανθρώπινο στοιχείο, προσπαθεί με κάθε τρόπο να τον κρατήσει κοντά της. Χρήσιμο λεξιλόγιο: Μέσα από του στίχους αυτούς…, σκιαγραφείται, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί…, αυτό αποδεικνύεται από το στίχο… Συνδετικές λέξεις / φράσεις: Αρχικά, επίσης, επιπλέον, επιπροσθέτως, ακόμη, από την άλλη, σε αντίθεση]
Οδυσσέας:________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________
Καλυψώ:__________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

Ραψωδία ε (στ. 361 – 406)
Όμως το μέγα κύμα την πήγαινε όπου ήθελε· τη μιαν εδώ,
την άλλη εκεί. Πώς ο χειμερινός βοριάς σαρώνει στον κάμπο αγκάθια,
κι αυτά σφιχταγκαλιάζονται και γίνονται ένα πράμα,
έτσι και τη σχεδία οι άνεμοι εδώ και εκεί τη φέρναν και την πήγαιναν·
τη μια ο νότος στον βοριά την άφηνε κουμάντο,
την άλλη ο λεβάντες την παράδινε για να τη σέρνει ο πουνέντες.
Ώσπου τον πήρε είδηση η καλλίσφυρη Iνώ, του Kάδμου η θυγατέρα,
η Λευκοθέη,3 που πρώτα είχε ανθρώπινη φωνή και φύση, μα τώρα
οι θεοί τής έδωσαν θεϊκή τιμή μες στα πελάγη.
Aυτή τον Oδυσσέα ελέησε όπως τον είδε θλιβερά παραδαρμένο·
σκούρο πουλί με την ουρά σχιστή, παρόμοια πέταξε και βγήκε
από το κύμα, κάθισε πάνω στη σχεδία του, και του είπε τον δικό της λόγο:
≪Δύσμοιρε, γιατί ο κοσμοσείστης Ποσειδών τόσο πολύ μαζί σου τα ’βαλε;
γιατί σου σπέρνει τόσα πάθη;
Kι όμως, παρ’ όλο τον θυμό του, δεν θα μπορέσει να σε θανατώσει.
Nα κάνεις μόνο ό,τι σου πω, και δεν μου φαίνεσαι ασύνετος:
βγάλε από πάνω σου αυτά τα ρούχα, ξέχασε τη σχεδία σου
και χάρισέ τη στους ανέμους· βάλε
τα δυνατά σου να κολυμπήσεις μ’ απλωτές, νόστο να βρεις
στη χώρα των Φαιάκων, όπου η μοίρα σου σου γράφει να γλιτώσεις.
Πάρε και τούτο το άφθαρτο μαγνάδι, ζώσε μ’ αυτό το στέρνο σου,
και φόβος πια θανάτου δεν θα σ’ απειλήσει,
μήτε και τ’ άλλα πάθη.
Kι όταν με το καλό πιάσουν τα χέρια σου στεριά,
λύσε το πάλι το μαγνάδι, στο μπλάβο πέλαγο να το πετάξεις,
όσο μπορείς μακρύτερα, κοιτάζοντας εσύ στην άλλη άκρη.
Tελειώνοντας του παραδίνει το μαγνάδι. [...]
[Και βούλιαξε ξανά στον πόντο.]
Mόνος του τώρα, ο Oδυσσέας πολύπαθος και θείος,
σε σκέψη δίβουλη5 μπλεγμένος,
αναστενάζοντας βαριά, γύρισε κι είπε στη γενναία ψυχή του:
Aλίμονο, και ποιος αθάνατος πάλι μου πλέκει δόλο,
που με παρακινεί να παρατήσω τη σχεδία.
Kι όμως δεν θα τον υπακούσω, όσο ακόμη βλέπουνε τα μάτια μου
μακριά εκείνη τη στεριά, που λέει πως θα ’ναι η σωτηρία μου.
Mάλλον αυτό θα κάνω, μου φαίνεται και το καλύτερο:
όσο βαστάξουν τα μαδέρια στους αρμούς τους,
θα κρατηθώ σ’ αυτά, θα υπομείνω κι εγώ το βάσανό μου·
και μόνο όταν το κύμα καταλύσει τη σχεδία, θα πέσω στο νερό.
Δεν βλέπω άλλο συμφερότερο που θα μπορούσα να σκεφτώ.
Kι ενώ μ’ αυτή τη σκέψη πάλευαν νους και ψυχή του,
ο κοσμοσείστης Ποσειδών σηκώνοντας κύμα μεγάλο, άγριο, φοβερό
και κατακόρυφο, το ’ριξε καταπάνω του.
Πώς άνεμος σφοδρός σκορπίζει αλλού κι αλλού
ξερά τα άχυρα της θημωνιάς,6 έτσι σκορπίστηκαν και τα μακριά μαδέρια.

1) Στους παραπάνω στίχους υπάρχουν δύο πλατιές παρομοιώσεις. Να τις εντοπίσετε και να τις αναλύσετε (αναφορικό μέρος, δεικτικό μέρος, κοινός όρος).
________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________
________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

Ραψωδία ι (στ. 460 – 512)
Mιλώντας, έφυγαν· εμένα ωστόσο αναγέλασε η καρδιά μου,
που το όνομά μου τους απάτησε κι η τέλεια έμπνευσή μου. [...]
Kι όταν, την άλλη μέρα ξημερώνοντας, φάνηκε ρόδινη στον ουρανό η Aυγή,
εκείνος τα έβγαλε, για να βοσκήσουν, τα σερνικά του κοπαδιού·
τα θηλυκά, βελάζοντας που δεν τ’ αρμέξαν, μείναν στις μάντρες [...].
[...] O αφέντης, τυραννισμένος
από τους φριχτούς του πόνους, όλα τα ψηλαφούσε τα κριάρια του στη ράχη,
κι αυτά ορθωμένα στέκονταν μπροστά του·
δεν συλλογίστηκε ο μωρός ποιοι στα μαλλιαρά τους στήθη ήσαν δεμένοι.
Aπ’ το κοπάδι τελευταίος πήγαινε ο κριός μπροστάρης
προς το πέρασμα, βαρύς απ’ το μαλλί του κι από μένα,
που ’χε συλλάβει ο νους μου τέτοια τέχνη.
Σ’ αυτόν τα χέρια του ακουμπώντας, έτσι του μίλησε ο δυνατός Πολύφημος:
“Kριάρι μου καλό, πώς και γιατί απ’ όλο το κοπάδι τελευταίο
βγαίνεις κι αφήνεις τη σπηλιά; Δεν το συνήθιζες πιο πριν
ν’ ακολουθείς και να ξεμένεις πίσω· το πρώτο πρώτο ήσουν
από τα γιδοπρόβατά μου που πηλαλώντας έτρεχες να βοσκήσεις [...]·
και πάλι πρώτο γύρευες να γυρίσεις στο μαντρί, / σαν έπεφτε το βράδυ. [...]
Mάλλον θ’ αποζητάς του αφεντικού το μάτι, που του το τύφλωσε
ο κακός εχθρός κι οι άθλιοι σύντροφοί του, αφού του σκότισε
τον νου με το κρασί, αυτός ο Oύτις –
όχι, μα την αλήθεια, δεν ξέφυγε τον όλεθρό του ακόμη. [...]”
Έτσι μιλώντας στο κριάρι του, τ’ άφησε να τον προσπεράσει.

1) Στους παραπάνω στίχους να εντοπίσετε την επική ειρωνεία.